Menu

Ακούστε μας από το κινητό σας

mobile logosAmobile logosB

Αγγελος Σφακιανάκης: "Ο χρόνος είναι ενιαίος, το μυαλό μου ζει με οράματα, όλα μαζί το τότε και το τώρα και το αύριο, είναι ένα ΤΩΡΑ γενικό"

Είναι περίεργο το να μιλάς με κάποιον συχνά, να κανονίζεις μια συζήτηση, μια συνέντευξη η οποία συνέχεια αναβαλλόταν επί 2 ½ περίπου χρόνια και σε μια εκδήλωση τελικά, από κοντά, να αποφασίζεται. Κάπως έτσι βρέθηκε στο στούντιο του LAVITA RADIO ο Άγγελος Σφακιανάκης, που φυσικά δεν είναι απλά ένας άνθρωπος της ελληνικής μουσικής, αλλά συγκαταλέγεται στην ιστορία της ελληνικής μουσικής και τα τελευταία χρόνια και μέσω της δραστηριότητας του ΜΙΚΡΟΥ ΗΡΩΑ και του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Καλησπέρα Άγγελε Σφακιανάκη, καλώς ήλθες. Με όσα προλόγισα, ας ξεκινήσουμε από τα πιο κοντινά μας. Πως γεννήθηκε ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ;
«Μου ζήτησες να φέρω όλη την ιστορία του ΜΙΚΡΟΥ ΗΡΩΑ μαζί μου για να ακούσουμε και κομμάτια, το έκανα φυσικά. Για την ιστορία, το πρώτο άλμπουμ που ηχογραφήθηκε κάτω από το label ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ ήταν με τον Γιώργο Δημητριάδη και τους Μικρούς Ήρωές που του δάνεισα κατόπιν παράκλησης τον τίτλο , το «Αφορμές για Ανταρσία». Στην δουλειά με έβαλε ο Αλέκος Πατσιφάς μετά τον δίσκο «Μιά νύχτα με την Οπισθοδρομική». Λειτούργησα σαν ανεξάρτητος παραγωγός έως ότου ο Κυριάκος Μαραβέλιας μου ανέθεσε το γραφείο παραγωγής στην Λύρα.Γενικότερα, ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ δημιουργήθηκε διότι στη LYRA, οι αποφάσεις παίρνονταν από τον επιχειρηματία,ο οποίος είχε κάτι συμβούλους και οι αποφάσεις ήταν σαν σπασμένο τηλέφωνο. Είχα φέρει στη LYRA τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Γιάννη Κότσιρα, όμως η αναποφασιστηκότητα της διοίκησης έδωσε πεδίο στους επιτήδειους και πήγαν αλλού. Τότε ζήτησα από τη Διεύθυνση της LYRA τη δημιουργία ενός Label που θα είχε και τη σφραγίδα μου και την απόφασή μου. Ήμουν αυτό που λέγανε οι πολυεθνικοί Scouter δηλαδή Ιχνηλάτης και οσμιζόμουν τις ευκαιρίες, ειδικά με τους νέους καλλιτέχνες. Έτσι κι έγινε, δημιουργήθηκε ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Κάπως έτσι βρήκες και την Ελευθερία Αρβανιτάκη? Ήσουν και ιδρυτικό στέλεχος της Οπισθοδρομικής Κομπανίας να μην ξεχνάμε.
«Βεβαίως, ιδρυτικό στέλεχος. Την Ελευθερία την πρωτάκουσα στην Σκόπελο, είχα καθήσει σε μια ταβέρνα και τραγουδούσε στο διπλανό τραπέζι, έτσι για την παρέα. Της λέω, θέλεις να συνεργαστείς μαζί μας έχουμε πρόταση από τον Σαββόπουλο; Φυσικά ποιον δεν θα ενδιέφερε μια τέτοια πρόταση! Τότε δούλευε σαν γραμματέας σε μια εταιρεία ναυτιλιακών χρωμάτων. Κάναμε πρόβες και ετοιμάσαμε ένα ρεπερτόριο για να βγούμε με την Οπισθοδρομική να τραγουδήσουμε στις ταβέρνες, έτσι ζούσαμε τότε, με τα λεφτά από το λεγόμενο «καπέλο», σαν τους παλιούς ρεμπέτες. Όμως η Ελευθερία ντρεπόταν να βγει να τραγουδήσει στις ταβέρνες. Τέλος πάντων η συνάντηση έγινε σε μια ταβέρνα και ο Σαββόπουλος ενθουσιάστηκε και μας έκανε πιό δελεαστική πρόταση. Ήρθε η ώρα να πειστεί και η μητέρα της Ελευθερίας που ήταν ανένδοτη να τραγουδάει η κόρη της τα βράδια. Ανέλαβα να πείσω εγώ την γλυκύτατη κυρία Δώρα, όπως κι έγινε, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για την Ελευθερία».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Στα 1980 που ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, θυμάμαι να γίνεται χαμός με την Οπισθοδρομική Κομπανία. Ήταν το καινούριο της εποχής, που ερχόταν τότε;
«Υπήρχε μια κοσμοαντίληψη διαφορετική και μια επεξεργασία ιδιαίτερη από τα άλλα συγκροτήματα της εποχής που ήταν αρκετά.Εμείς προσπαθήσαμε νε λειτουργήσουμε σαν κομμούνα . Κι όσον αφορά στο ρεπερτόριο Όλοι μπαίνανε στο στούντιο και γράφανε ρεμπέτικα, τι να γράψουμε κι εμείς, τα ίδια πράγματα; Εμείς θέλαμε να αποτυπωθεί η σχέση μας με τον κόσμο, αυτό που γινόταν από τα αρχαία χρόνια,που η μουσική υπηρετούσε την κοινότητα και να λειτουργεί σαν ένας τρόπος ίασης. Ο κόσμος να τρώει, να διασκεδάζει, να χορεύει , να συμμετέχει, να τραγουδάει. Εκείνα τα χρόνια οι τραγουδιστές ήταν περίπου όπως και σήμερα, «δοξάστε με». Εμείς είπαμε ένα περήφανο ΟΧΙ σε αυτόν τον τρόπο, εμείς υπηρετούσαμε το γλέντι και την συμμετοχή κι έτσι φυσικά θέλαμε να είναι και οι δίσκοι μας».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Από εκείνη την εποχή έχουν γίνει πολλά, έχουν περάσει εμπόδια και κακές στιγμές, όσο φυσικά και καλές. Έρχονται στιγμές που το μυαλό σου γυρνάει σε εκείνη την εποχή, έστω και για αναπόληση;
«Ο χρόνος είναι ενιαίος, το μυαλό μου ζει με οράματα, όλα μαζί το τότε και το τώρα και το αύριο, είναι ένα ΤΩΡΑ γενικό. Μιά διευρυμένη στιγμή.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Κατά βάση έχεις σπουδάσει ηθοποιός, στη σχολή του Κουν, έτσι δεν είναι;
«Και στου Κουν και στου Κατσέλη, εκεί τελείωσα. Μια μόρφωση που με βοήθησε και στα επόμενα βήματά μου γιατί είχα εξαιρετικούς δασκάλους. Δηλαδή, μπαίνοντας στη δισκογραφία, εγώ σκηνοθετούσα τα τραγούδια. Παράδειγμα, αναλαμβάνω από τον Πατσιφά τον πρώτο δίσκο της Αρβανιτάκη, «12 λαϊκά τραγούδια», τον πρώτο της δίσκο που θα ήταν μια προσωπογραφία. Έπρεπε να είναι Κομπανία αλλά και κάτι παραπέρα .Λέγαμε τότε, έτσι ψιλή που είναι η φωνή της σαν της Ναργκίς, γιατί να μην πει και το «Καρδιά μου καημένη». Αυτό το τραγούδι έπρεπε να σκηνοθετηθεί, βρήκα λοιπόν τον Ρος Ντέιλι που έπαιζε Σαράγκι, ένα έγχορδο ινδικό όργανο με συμπαθητικές χορδές και το έβαλα στην ηχογράφηση. Πιο δίπλα έγραφε ο Νταλάρας και μας λέει ότι αυτό ήταν τραγούδι β διαλογής και εσείς το κάνατε ονειρικό. Τέτοια έκανα πολλά, έβαζα όργανα που δεν είχαν ξαναμπεί στη δισκογραφία, συνεργάστηκα με τον Ρος Ντέιλι στο «Το κορίτσι απόψε θέλει». Στην πρώτη του καταγραφή το τραγούδι παίχτηκε με πολιτική λύρα , ο Ρος το έπαιξε με γιαλί ταμπούρ. Ήχοι εξωτικοί πριν προκύψει το έθνικ».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Όταν ξεκίναγε η διαδικασία ανεύρεσης ταλέντων, φαντάστηκες ότι θα περάσουν από τα χέρια σου τόσο σπουδαίοι καλλιτέχνες;
«Όχι, αλλά κάτι έβλεπα . Έλεγα στην Αρβανιτάκη ότι σε 5 χρόνια θα τραγουδήσεις στο Παρίσι και γινόταν. Όταν κατέβασα από την Θεσσαλονίκη τον Μάλαμα και τον έφερα στη Λύρα ,ευτυχώς επί Κυριάκου Μαραβέλια που μου έδωσε έγκριση, ήμουν σίγουρος ότι είναι ξεχωριστός.Ευτυχώς συμπτωματικά ήταν ο Παπάζογλου στην εταιρία και έγινε επι τόπου ο αρραβώνας με τις ευχές μου.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Θεωρείς ότι τότε ή σήμερα είναι πιο εύκολη η ανεύρεση ταλέντων;
«Έτσι που το λέμε να ανακαλύψεις δεν ισχύει και ιδιαίτερα. Ισχύει ο νόμος της έλξης. Και να ανακαλύψεις θα συμβεί και να σου έρθει μπροστά σου θα συμβεί. Παράδειγμα, παρουσιαζόταν δίσκος της Μαριώς σε παλιό ρεμπετάδικο και πάω κι εγώ. Βλέπω στην ορχήστρα τον παλιό μου συνεργάτη Βασίλη Γιαννίση, βλέπω δίπλα του κι ένα παλικαράκι που έπαιζε μπαγλαμά, ήταν ο Γιάννης Κότσιρας. Ανεβαίνω στην πλάκα να παίξω κρουστά, λέω στον Βασίλη, ωραία φωνή ο νεαρός, μου λέει θέλει να σου μιλήσει. Έτσι την επόμενη μέρα έτρεχα από δω κι από κει με τον Κότσιραγια να του βρω άκρη όπου τελικά τον έστειλα στην Ρεμπούτσικα και προέκυψε αυτό που έχουμε σήμερα».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Με όσα λες καταλαβαίνω πολύ καλά τον νόμο περί έλξης και μάλιστα ενθουσιάστηκα με τον Δημήτρη Κογιάννη που μου έστειλες και την καινούρια δουλειά του το “Spleen”. Να γιατί είναι απαραίτητες ακόμα και σήμερα οι δισκογραφικές εταιρείες και οι παραγωγοί. Τι είναι λοιπόν παραγωγός;
«Ο Άκης Πάνου έλεγε ότι ο καλύτερος παραγωγός είναι αυτός που φέρνει τους καφέδες. Κάποιος ξένος είπε από την άλλη ότι ο καλός παραγωγός είναι αυτός που μπορεί να φτιάχνει από καφέδες αλλά και να διώξει το γκρουπ και να παίξει όλα τα όργανα μόνος του. Θυμάμαι, είχε διαλυθεί η Οπισθοδρομική Κομπανία αλλά συνεχίζαμε είτε σαν Κομπανία είτε σαν Οπισθοδρομικοί να κάνουμε κάποιες συναυλίες για βιοποριστικούς λόγους. Σε μία από αυτές ήταν ένα παλικάρι μαζί μας που έπαιζε κοντραμπάσο και κουβέντα στην κουβέντα μου δίνει μια κασέτα να την ακούσω αν μου άρεσε. Η κασέτα έγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα απ’ έξω Χρήστος Θηβαίος.Αυτή η κασέτα είχε περάσει από όλες τις εταιρίες. Άκουσα τα 4 τραγούδια και μου άρεσαν. Του λέω έχεις άλλο υλικό; Μου λέει τελειώνει σε μία εβδομάδα, πράγματι μου στέλνει ακόμα τρία. Του ζητάω κι άλλο, μου έστειλε κι άλλο, όλα μου άρεσαν. Του λέω λοιπόν ελάτε στο στούντιο να τον γνωρίσω. Πράγματι, ο Αλέκος Βασιλάτος, ο κοντραμπασίστας δηλαδή, φέρνει το Χρήστο Θηβαίο στο γραφείο μου. Με τον Θηβαίο στις συζητήσεις που κάναμε, ήμασταν πολύ κοντά, στο τέλος του πρότεινα να γίνει συνεργασία αλλά όχι σαν Χρήστος Θηβαίος. Αισθάνθηκα ότι δεν έχει μάθει να λέει όχι, λέει σε όλα ναι. Τους λέω λοιπόν, αν υπάρχει τρίτος στην παρέα μουσικός, προτιμώ να δημιουργηθεί ένα γκρουπ, υπάρχει; Ναι, μου λένε, υπάρχει και παίζει κλασική κιθάρα. Οκ λέω, θα σας ονομάσω ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ. Φύγετε και σε ένα μήνα να μου απαντήσετε. Ο Θηβαίος ήθελε να ονομαστούν ΜΕΡΕΣ ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ, του λέω αυτό δεν είναι όνομα γκρουπ, αυτό είναι όνομα για δίσκο! Τέλος πάντων, το δέχτηκε αλλά εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι πέτυχε το εγχείρημα. Οι ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟΠΤΟΙ σαν όνομα έγινε σήμα κατατεθέν. Αυτό λοιπόν είναι ο παραγωγός, αυτός που παίρνει το άυλο και το κάνει προϊόν. Και μάλιστα προϊόν που θα πουλήσει και θα συντηρήσει όλον τον κόσμο που δουλεύει πίσω από μια παραγωγή δίσκου. Αλλά και κάτι άλλο, σαν παραγωγός έχεις την ευθύνη. Ο συχωρεμένος ο Μαραβέλιας όταν με φώναξε στην Λύρα μου είπε πατρικά –Η δουλειά αυτή είναι αχάριστη η επιτυχία είναι δικιά του , η αποτυχία δικιά σου. Γενικά πρέπει να μάθεις καλά να κάνεις ζεν».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Ισχύει σήμερα το γεγονός της επιβίωσης μιας οικογένειας, της εργασίας σε μια δισκογραφική εταιρεία, είναι κάποια σιγουριά; Και επιπλέον για τους καλλιτέχνες δεν είναι αποτύπωμα να βγάλουν ένα δίσκο, έστω τον πρώτο τους δίσκο ώστε να μείνει ιστορικά;
«Η δισκογραφία έχει καταρρεύσει σήμερα, ουσιαστικά η κίνηση είναι γύρω από τις ζωντανές εμφανίσεις ενός καλλιτέχνη, όπου διάφορα επαγγέλματα μπορούν και βγάζουν χρήματα ως προς το ζην. Και είναι αλήθεια όμως αυτό που είπες, για τους καλλιτέχνες είναι μια καρτ-βιζίτ ένα άλμπουμ όπως και να το κάνουμε, μένει σαν αποτύπωμα».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Να μείνουμε σε αυτά που έχεις φέρει μαζί σου να ακούσουμε; Θέλεις να πεις δυο λόγια; Κάτι και για τους ΆΛΚΜΑΝ και τον Κυριάκο Καραμπερόπουλο, το νέο συγκρότημα του ΜΙΚΡΟΥ ΗΡΩΑ; .
Όταν ο φίλος και ηχολήπτης Γιάννης Ταβουλάρης μου έβαλε τους ΑΛΚΜΑΝ, συγκινήθηκα πάρα πολύ, τι να σου πω.Έχουν ρίζες ,έχουν και μέλλον. Δεν εξαρτώνται από τις αγοραίες εμφανίσεις γιατί είναι στην μουσική εκπαίδευση . Προεκτείνουν το δημοτικό τραγούδι, παίρνουν μια παραλογή, μια μπαλάντα που είναι μια ιστορία ολόκληρη και την πάνε παραπέρα. Έχουν μια καινούρια μυθολογία δική τους, χρησιμοποιούν το σουρεαλιστικό στοιχείο που έχει το δημοτικό τραγούδι, καθώς και μοτίβα από το δημοτικό τραγούδι. Επομένως ευδοκιμεί να ακούσω κάτι και να κάνω τις προτάσεις μου, αφού θα προκύψει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα». Ο Καραμπερόπουλος έχει ένα συγκινητικό αίσθημα ,μια δωρικότητα και ένα σπάνιο λυρισμό το ηχόχρωμά του
Για να ολοκληρώσουμε με το θέμα παραγωγός. Θα σου πω για το «Καφεδάκι» και να απαντήσω πληρέστερα έτσι στο τι είναι παραγωγός. Όταν σαν Κομπανία μας κάλεσε ο Παπαστεφάνου να συμμετέχουμε σε μια εκπομπή με αφιέρωμα στον Μανώλη Χιώτη και ήθελε και συγκεκριμένα αυτό το τραγούδι. Τον ρωτάω που θα το βρω, μου λέει στη ΛΥΡΑ, από μια εκτέλεση που είχε κάνει η Καίτη Μπόνη. Ήταν μια χάλια εκτέλεση, δεν είχα την πρωτότυπη και δεν προλάβαινα να ακολουθήσω σε μια εβδομάδα τη διαδικασία να το βρω, σε πολλές εκτελέσεις να επιλέξω την καλύτερη, να προσθέσω και κάτι κλπ. Οπότε το είπαμε έτσι όπως ήταν,, εμείς το είπαμε και η ηχογράφηση αυτή έμεινε.Κράτησα την φωνή της Ελευθερίας και έβγαλα την Κομπανία Το μετέτρεψα σύμφωνα με τη μόδα σε gypsy – swing με κάτι φιλαράκια μου και το έστειλα στην Αρβανιτάκη σαν δώρο στην γιορτή της. Στα ράδια το κυκλοφόρησα με την εξαιρετική Σεμέλη Παπαβασιλείου όπου και το απογείωσε. Στην αρχή τα ράδια το φοβόντουσαν αλλά 2 χρόνια τώρα παίζεται ανελλιπώς.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Οι νεότεροι που μας ακούν θα αναρωτιούνται βέβαια για πολλά από όσα λέμε, αλλά θα πρέπει να μείνουμε στο γεγονός ότι η δεκαετία του ’80, ειδικά τα πρώτα της χρόνια, έχουν τη σφραγίδα της μεταπολίτευσης, μιας αλλαγής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα και μιας αλλαγής πολιτιστικής σε πολλά επίπεδα. Στο τραγούδι, εμφανίστηκαν όσα είχαν απαγορευθεί τα προηγούμενα χρόνια και ο κόσμος τα αγάπησε, τα λάτρεψε με τον τρόπο του. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο;
«Βεβαίως και ισχύει, οι νεολαίοι τότε είπαν ένα περήφανο «απεταξάμην» σε ότι είχε απομείνει από μια επταετή χούντα, παράλληλα με άλλα αναγκαία συνθήματα της εποχής, π.χ. Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες. Αλλά αυτό που ήταν δεδομένο ήταν ότι ο κόσμος είχε ανάγκη να γλεντήσει, να διασκεδάσει και να έχει ελπίδα. Και μια παρόμοια κατάσταση συμβαίνει και σήμερα. Αν σκεφτείτε ότι ο Έλληνας ζούσε από το κρασί του, τη διατροφή του, τα καπνά του ακόμα ακόμα, τη μουσική του εν τέλει, ήρθε η περίφημη ο ευρωπαϊκός παρεμβατισμός να του δίνει επιδοτήσεις για να μην παράγει! Φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Η κομπίνα να είναι το μάστερ του Έλληνα και ο πολυμήχανος Οδυσσέας ο ήρωάς του,να γίνει το είδωλό του.Αντί να είναι ο Παλαμήδης ο αγαθός , είναι ο καταφερτζής Οδυσσέας. Και να λοιπόν, βλέπω πάλι την ανάγκη από τους νέους να διασκεδάσουν, να χορέψουν, να έχουν κέφι».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Νιώθω ότι δεν έχουμε πει ακόμα τίποτα! Αλλά θέλω να σε ρωτήσω για το νέο άλμπουμ του Λευτέρη Μέρου, «Θεατής». Πες μου λίγα λόγια για την παραγωγή αυτή του ΜΙΚΡΟΥ ΗΡΩΑ.
«Ο Λευτέρης,ενώ είναι αυτΟδίδακτος μουσικός γράφει σαν έμπειρος συνθέτης. Στον Θεατή είναι πολύ πιο ώριμος από την προηγούμενη δουλειά του,κι αυτό φαίνεται αυτό σε όλο το άλμπουμ. Έχει εξαιρετική χημεία με τον στιχουργό, τον Φάνη τον Καββαδά, δεν υπάρχει καμιά διαφορά αν θα έγραφε όλο το άλμπουμ ο ίδιος συνθέτης και παράλληλα να ήταν στιχουργός. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Πριν λίγες μέρες μόλις ετοιμάσαμε το τραγούδι για τον Ψαραντώνη «Βουνό είναι ο άνθρωπος», τη συμμετοχή του στο άλμπουμ αυτό, του το έστειλα και μου απάντησε πολύ συγκινημένος ότι του αρέσει πάρα πολύ: «Μπράβο, μπράβο» μου είπε. Και ζήτησε να μάθει ποιος έγραψε τους στίχους. Νομίζω ότι με τους δύο αυτούς δημιουργούς πάει να γίνει το παλιό μοντέλο της ομάδας στιχουργού και συνθέτη, που ο ένας αντιλαμβάνεται τον άλλον, ξέρει τα χούγια του».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Πέρα από τη συγκεκριμένη δουλειά όμως εκτιμώ ότι ο προσεγμένος στίχος τον Έλληνα τον ακουμπάει πάρα πολύ.
«Ο Έλληνας θέλει τα λόγια, θέλει το παραμύθι πρώτα. Είναι κι οι μουσικές που παρασύρουν. Αλλά η μουσική απευθύνεται στο μυαλό , στην ψυχή και στο σώμα. Οι νησιώτες καταλαμβάνονται πρώτα από το ρυθμό, όμως είναι αλήθεια ότι κατά βάση ο στίχος είναι το πρώτο πράγμα που έχει σημασία σε ένα τραγούδι».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Άγγελε, ένα διάστημα της ζωής σου ασχολήθηκες με τα περοδικά, δεν γνωρίζω πόσο είναι αυτό, θα μας το πεις εσύ ελπίζω.
«Ήταν περίπου 2 χρόνια. Και ένα χρόνο πριν με φωνάξανε από το «Δίφωνο» που είχε φύγει ο Μιχάλης ο Κουμπιός για να επιλέγω τραγούδια για τα cd του περιοδικού. Τότε ήμουν στον ΜΙΚΡΟ ΗΡΩΑ, δεν ήμουν κάπου αλλού, αλλά τότε καλό είναι να πούμε ότι το cd καθόριζε και το εξώφυλλο. Κι αυτός που καθόριζε το εξώφυλλο, ουσιαστικά καθόριζε και την κεντρική συνέντευξη. Από κει και πέρα κάνανε μια απίστευτη καφρίλα! Κυνηγούσα για εξώφυλλο τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, την εποχή που θέλανε να του γκρεμίσουνε το σπίτι για «πολιτιστικούς λόγους». Ο άνθρωπος προσπαθούσε να πείσει με κάθε τρόπο την κοινωνία ότι ζούσε και στην Ελλάδα, παράλληλα με την Αμερική και εκείνη την εποχή έγραφε και τη μουσική για τον Θεοτοκόπουλο. Βρίσκω την άκρη μέσω ενός δικηγόρου να γίνει συνέντευξη μαζί του, επιλέχθηκε ο δημοσιογράφος που θα την έκανε, όλα καλά μέχρι εκεί. Και πέρα από αυτά του ζητάω να μας δώσει τη ΜΥΘΩΔΙΑ για το περιοδικό, να δοθεί δηλαδή μαζί με το περιοδικό. Υπήρξαν προβλήματα με τη τοπική SONY αλλά από την Αμερική είχαν δώσει το τελικό «οκ». Την επόμενη της κυκλοφορίας, με παίρνει ο δικηγόρος τηλέφωνο και μου λέει ότι δεν το περίμενε από μένα αυτό που έγινε κλπ. Δεν ήξερα φυσικά τι μου λέει! Δεν είχα πάρει το περιοδικό στα χέρια μου ακόμα. Τελικά, είχαν βάλει στο περιοδικό και μια παλιότερη συνέντευξη του Ζήλου που είχε πάρει σε άλλη χρονική στιγμή από τον Παπαθανασίου και προσπάθησαν να τ»του την βγουν». Φυσικά πήγα και παραιτήθηκα αμέσως, απείλησα με ασφαλιστικά μέτρα κλπ. Τότε το ΔΙΦΩΝΟ μου πρότειναν να παραμείνω , και το αναλάβαμε με τον Κώστα Μπαλαχούτη . Μετά από ένα χρόνο, με την αλλαγή ιδιοκτησίας του, ρωτήθηκα από τον Κώστα Γιαννίκο τι θέλω να κάνω μεταξύ ΜΙΚΡΟΥ ΗΡΩΑ και ΔΙΦΩΝΟΥ, απάντησα φυσικά «εγώ κάνω δίσκους».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Προέρχομαι από μια γενιά που αγόραζε το περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ γιατί ήξερε ότι αγόραζε κάτι πολύτιμο και προσεκτικά επιλεγμένο και φτιαγμένο. Αποτέλεσμα, να έχουμε μιας συλλεκτικής αξίας αντικείμενο στην κατοχή μας. Σήμερα είναι δύσκολο αυτό, μέχρι του σημείου που αν μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό έχει κάτι καλό κάνουμε το σταυρό μας.
«Θα ήθελα να ακούσουμε τα «Κλειδιά» του Κοτονιά και να σου πω μια ιστορία παράλληλα. Μου ζητήθηκε να κάνω ένα δίσκο για τον Παρχαρίδη, ο οποίος είναι ίσως ο καλύτερος Πόντιος τραγουδιστής σήμερα. Μέσα στο υλικό που μου δόθηκε, ήταν και δυο τραγούδια κάποιου που δεν ήξερα, όταν ρώτησα μου είπαν ότι είναι ο Κοτονιάς. Σπάνια να μου αρέσουν δύο στα δύο τραγούδια, οπότε τον κάλεσα να τον γνωρίσω. Μου είπε ότι είναι μέλος του συγκροτήματος «Αρμενιστές» και λέω: πρώτ’ απ’ όλα αλλάζει όνομα το συγκρότημα και δεύτερον με βάση τα τραγούδια του Κοτονιά. Ψάχναμε όνομα, μέχρι που η σύζυγος του Καβαλιεράτου από το συγκρότημα πέταξε το ΜΑΚΡΙΝΑ ΞΑΔΕΛΦΙΑ και λέω αυτό είναι!. Πήρα και την Λίνα Νικολακοπούλου και της είπα είσαι η νονά ... Πράγματι ο τίτλος έπιασε, ο Σάββόπουλος έλεγε του Κοτονιά «Τι ωραίο όνομα!» Είμαι σίγουρος με τον Κοτονιά, αυτός ο τραγουδιστής θα γράψει πολλά και καλά, θα γράψει γενικώς. Την ενορχήστρωση στα «Κλειδιά» την έκανε ο Σπύρος Καβαλιεράτος, από τα ΜΑΚΡΙΝΑ ΞΑΔΕΛΦΙΑ, ακούστηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και συγκίνησε όλη την Ελλάδα».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Σε μηνιαία βάση πόσα δείγματα δέχεσαι από νέους καλλιτέχνες;
«Έρχονται συχνά μηνύματα για ανίχνευση συνεργασίας, αρκετά έρχονται για μια γνώμη. Αυτό με έχει κουράσει όμως, λες κάτι και τελικά πάει αλλού και βλέπεις την ιδέα σου με άλλα ρούχα. Προτιμώ να είμαι πιο σταθερός πια, να μου αρέσει κάτι πάρα πολύ και να μην εκδηλώνομαι εύκολα.


ΕΡΩΤΗΣΗ: Πριν μπούμε στο στούντιο μου εκμυστηρεύθηκες τη σημασία που έχει για σένα η παραγωγή ενός πολύ σπουδαίου δίσκου της ελληνικής δισκογραφίας, του «Κοντραμπάντο» του Σταμάτη Σπανουδάκη με την Ελευθερία Αρβανιτάκη.
«Ουσιαστικά πρόκειται για την πρώτη μου παραγωγή. Δεν είχα το παρεάκι να με στηρίζει ,να λέω έτσι ή αλλιώς είχα απέναντι μου ένα ολοκληρωμένο συνθέτη τον Σπανουδάκη που με βοήθησε πολύ».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Θέλω να μου πεις για ένα κομβικό -θεωρώ- σημείο της ιστορίας σου, τη συνάντησή σου με τον Μάνο Χατζιδάκι.
«Έγινε με ένα ραντεβού που έκλεισε ο Σαββόπουλος στο Φεστιβάλ της Κέρκυρας, όπου ο Χατζιδάκις ονειρεύεται να κάνει ένα μουσικό διάλειμμα την ώρα που θα συνεδριάζει η Επιτροπή. Και ποιον σκέφτεται; Φυσικά τον Βασίλη Τσιτσάνη, κάτι που δέχτηκε ο Τσιτσάνης αλλά δέκα μέρες πριν την εκδήλωση το ακυρώνει. Ο Χατζιδάκις παθαίνει ένα σοκ, επικοινωνεί με τον Σαββόπουλο, ο οποίος του λέει έχω κάτι να σου προτείνω. Με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει, αύριο μαζευτείτε σε παρακαλώ να παίξετε για ένα ιδιαίτερο καλεσμένο μου. Τον ρώτησα για περισσότερες πληροφορίες και μου είπε τελικά, θα παίξετε για τον Χατζιδάκι. Πράγματι, στην αυλή του σπιτιού του, καλοκαίρι ήταν, παίξαμε, μας άκουσε, χάρηκε πολύ και του λέει του Σαββόπουλου, Ναι Διονύση αυτό είναι και μας κάλεσε να παίξουμε στο μουσικό διάλειμμα των Αγώνων της Κέρκυρας. Από τότε εξελίχθηκε μια φιλική σχέση με τον Χατζιδάκι, με καλεσε και στο περιοδικό Τέταρτο με έπαιρνε τηλέφωνο για να μάθει κάτι κλπ. Ήθελε να κάνει δίσκο στην Σοφία Εμφιετζή και μιλούσαμε γι αυτό. Έτσι απέκτησα το θάρρος κάποια στιγμή να του πω ότι έχω γράψει κάποια τραγούδια. Με ρώτησε αν είναι λαϊκά, του είπα όχι και μου είπε ότι τον ενδιέφεραν. Την άλλη μέρα σπίτι του με την κιθάρα μου εγώ, με βλέπει, μου ζητάει αν θα αφήσω κάποια κασέτα, του λέω δεν έφερα, αν θα μπορούσατε να με ακούσετε, είναι ευκαιρία για μένα. Όντως το έκανε και στο τέλος μου λέει, ναι θα τα κάνουμε. Υπογράψαμε με τον Σείριο, προχωρήσαμε για να τα κάνουμε αλλά τελικά δεν έγινε καμιά δουλειά γιατί ήθελε να αφαιρέσει κάποια εξωστρεφή τραγούδια που δεν ήθελα να συμβεί. Κι έτσι δεν έγινε τότε τίποτα, αυτά ήταν τα «ΡΗΧΑ ΝΕΡΑ».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Εδώ υπάρχει και ένα τραγούδι που οι στίχοι ανήκουν στον Λέοναρντ Κοέν. Τι ιστορία υπάρχει πίσω από αυτό;
«Σε ένα βιβλίο που είχε συγχορδίες, ακόρντα κλπ. για μουσικούς, βρίσκω και κάποιους στίχους του Κοέν τους οποίους όμως δεν τους αναγνωρίζω, έχοντας μια πολύ καλή σχέση με το έργο του συγκεκριμένου. Ψάχνοντας τους ειδήμονες, κανείς δεν ήξερε κάτι και μάλιστα έλεγαν ότι δεν είναι του Κοέν. Όμως βρήκα τελικά ότι πρόκειται για το πρώτο άλμπουμ του Κοέν, όπου έχει γράψει ο ίδιος τους στίχους, ενώ τη μουσική έχει γράψει ο Φιλ Σπέκτορ, ένας εκκεντρικός μουσικός παραγωγός, αλλά εκτός από αυτό. Μετέφρασα τους στίχους αυτούς, έγραψα μουσική σε αυτό το τραγούδι που δεν είχε πατέρα, έστειλα μια επιστολή σε ένα γραφείο που εκπροσωπεί τον Κοέν, μαζί με τη μουσική , την οποία ενέκριναν να ακολουθήσει τους στίχους αυτούς. Έχω στιχουργό λοιπόν τον Λέοναρντ Κοέν, στο τραγούδι «Το ξενοδοχείο».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Φτάνοντας προς το τέλος, νιώθω θα πάμε να συνεχίσουμε αλλού την κουβέντα! Πες μου για το ραδιόφωνο σήμερα, ικανοποιεί τον ακροατή;
«Το ραδιόφωνο σήμερα δεν ικανοποιεί τον ακροατή, ικανοποιεί τον πελάτη του που είναι ο διαφημιστής. Η επιλογή είναι συγκεκριμένη, να μην ενοχλείται το μυαλό του ακροατή, να μην σκέφτεται αν θέλεις».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Βλέπεις μέλλον στο ελληνικό τραγούδι;
«Βλέπω τρομακτική δύναμη να έρχεται. Τα νέα παιδιά μας εκπλήσσουν κάθε φορά, μας στέλνουν μηνύματα, αλλά που θα ακούγονται όλα αυτά. Πιστεύω πάντως ότι υπάρχει μέλλον».


ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι θέλεις να μας πεις για τα ΜΑΚΡΙΝΑ ΞΑΔΕΛΦΙΑ;
«Ο Θοδωρής έχει ένστικτο . Ετοιμάζαμε το δίσκο «ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ». Είχε την ιδέα να διασκευάσει το τραγούδι αυτό που λέγεται «The bright side of life” των Μόντι Πάιθονς. Συμφώνησα με την ιδέα του, έκανε τους στίχους, είχε όμως την άποψη ότι πρέπει να το πουν τραγουδιστές. Του λέω δεν συμφωνώ με την ιδέα, αλλά πες μου ποιον θες. Μου λέει τον Σαββόπουλο, του λέω οκ, πάρε το τηλέφωνο του Σαββόπουλου και προχώρα. Δεν ενδιαφέρθηκε κανένας τελικά. Ολοκληρώθηκε ο δίσκος χωρίς αυτό να έχει μπει. Και του λέω μ’ αφήνεις να το κάνω εγώ; Μου έχει εμπιστοσύνη βέβαια και με άφησε. Και καλώ ηθοποιούς, που την μεθεπόμενη μέρα ήρθαν όλοι. Ο Αθερίδης, που λατρεύει την ταινία των Μόντι Πάιθονς και έγινε λέει ηθοποιός εξαιτίας της, δέχτηκε ευχαρίστως, όπως και ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ο Αντώνης Καφετζόπουλος αλλά και ο αυθόρμητος Ψαριανός. Και γράφτηκε σαν από παρέα το τραγούδι, με πολύ κέφι και πολύ χαρά εξαιρετικά»!


ΕΡΩΤΗΣΗ: Φίλε Άγγελε, σε ευχαριστώ πολύ που ήσουν μαζί μας, ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ θα είναι βέβαια συντροφιά του LAVITA RADIO από εδώ και στο εξής, να πηγαίνουμε χέρι χέρι! Περάσαμε μία από τις ωραιότερες βραδιές, δεν ήταν καθόλου δύσκολο με σένα τελικά, σαν να πίναμε καφεδάκι!
«Σοκολάτα κάντην καλύτερα, κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ»!

Γιάννης Ταμπάκης

Last modified onΣάββατο, 05 Μαΐου 2018 16:15
back to top